διαμαρτάνω

ἁμαρτάνω / δι|αμαρτάνω 1. промахиваться, не попасть в цель; 2. погрешать, ошибаться

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "διαμαρτάνω" в других словарях:

  • διαμαρτάνω — miss entirely pres subj act 1st sg διαμαρτάνω miss entirely pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτάνω — (Α) [αμαρτάνω] αμαρτάνω, παραστρατώ 2. σημειώνω παταγώδη αποτυχία 3. πέφτω έξω στην εκτίμησή μου για κάποιον 4. δεν κατορθώνω να πάρω κάτι 5. έχω άδικο, σφάλλω …   Dictionary of Greek

  • διαμαρτάνῃ — διαμαρτάνω miss entirely pres subj mp 2nd sg διαμαρτάνω miss entirely pres ind mp 2nd sg διαμαρτάνω miss entirely pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτήσῃ — διαμαρτάνω miss entirely aor subj mid 2nd sg διαμαρτάνω miss entirely aor subj act 3rd sg διαμαρτάνω miss entirely fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διημαρτημένα — διαμαρτάνω miss entirely perf part mp neut nom/voc/acc pl διημαρτημένᾱ , διαμαρτάνω miss entirely perf part mp fem nom/voc/acc dual διημαρτημένᾱ , διαμαρτάνω miss entirely perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτανομένων — διαμαρτάνω miss entirely pres part mp fem gen pl διαμαρτάνω miss entirely pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτανόμενον — διαμαρτάνω miss entirely pres part mp masc acc sg διαμαρτάνω miss entirely pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτανόντων — διαμαρτάνω miss entirely pres part act masc/neut gen pl διαμαρτάνω miss entirely pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτησόμεθα — διαμαρτάνω miss entirely aor subj mid 1st pl (epic) διαμαρτάνω miss entirely fut ind mid 1st pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτάνει — διαμαρτάνω miss entirely pres ind mp 2nd sg διαμαρτάνω miss entirely pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμαρτάνον — διαμαρτάνω miss entirely pres part act masc voc sg διαμαρτάνω miss entirely pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.